Κάνναβη και χαρτάκια πάνω σε μαύρο φόντο.

Ινδική Κάνναβη (μαριχουάνα-χασίς)

Η ινδική κάνναβη (μαριχουάνα, χασίς) είναι ψυχοδραστική ουσία που προέρχεται από το φυτό Cannabis sativa και χρησιμοποιείται τόσο για ψυχαγωγικούς όσο και για φαρμακευτικούς σκοπούς. Το κύριο δραστικό συστατικό της είναι η THC, η οποία δρα στο ενδοκανναβινοειδές σύστημα του εγκεφάλου προκαλώντας ευφορία και αλλαγή της αντίληψης, ενώ η CBD εμφανίζει πιθανές θεραπευτικές ιδιότητες χωρίς ψυχοδραστικά αποτελέσματα. Παρά την εντύπωση που επικρατεί ότι πρόκειται για «αθώο» ναρκωτικό, αποτελεί την πιο διαδεδομένη παράνομη ουσία στην Ευρώπη, με χρήση που αφορά κυρίως νέους ηλικίας 15–35 ετών.

Οι επιδράσεις της κάνναβης στον οργανισμό είναι πολυεπίπεδες και αφορούν σωματικό, ψυχολογικό και γνωστικό επίπεδο. Σωματικά, προκαλεί ταχυκαρδία, ξηροστομία και διαταραχή κινητικού συντονισμού, ενώ ψυχολογικά μπορεί να οδηγήσει σε άγχος, παράνοια και ψευδαισθήσεις — ιδίως σε υψηλές δόσεις. Σε γνωστικό επίπεδο, νευροαπεικονιστικές μελέτες έχουν καταδείξει αρνητικές αλλαγές σε κρίσιμες περιοχές του εγκεφάλου, όπως ο ιππόκαμπος και ο προμετωπιαίος φλοιός, με αποτέλεσμα μειωμένη μνήμη, προσοχή και ικανότητα μάθησης.

Τα μακροπρόθεσμα προβλήματα υγείας από τη χρήση κάνναβης είναι ιδιαίτερα σοβαρά, ειδικά όταν η χρήση ξεκινά στην εφηβεία. Έρευνες δείχνουν απώλεια έως οκτώ μονάδων IQ σε χρήστες που ξεκίνησαν κατά την εφηβεία, ενώ οι σύγχρονες συγκεντρώσεις THC — που έχουν τετραπλασιαστεί από τη δεκαετία του 1990 — καθιστούν τη χρήση ακόμα πιο επικίνδυνη. Επιπλέον, η μαριχουάνα περιέχει άνω των 2.000 χημικών ουσιών, μεταξύ των οποίων καρκινογόνες ενώσεις που παραμένουν στον οργανισμό έως ένα μήνα, βλάπτοντας καρδιά, πνεύμονες, εγκέφαλο και αναπαραγωγικά όργανα.

Η κάνναβη μπορεί να προκαλέσει εθισμό, επίσημα γνωστό ως «διαταραχή χρήσης κάνναβης» (ICD-10: F12.0 / DSM-5), με ποσοστό εξάρτησης που φτάνει το 17% στους εφήβους χρήστες και έως 50% στους καθημερινούς χρήστες. Ο εθισμός εκδηλώνεται με έντονη λαχτάρα για χρήση, αδυναμία ελέγχου, κοινωνική απομόνωση και συμπτώματα στέρησης κατά τη διακοπή, όπως ευερεθιστότητα, αϋπνία και άγχος. Η αναγνώριση του προβλήματος δυσχεραίνεται από το γεγονός ότι η ίδια η ουσία μειώνει την κριτική αυτεπίγνωση του χρήστη.

Η αντιμετώπιση της διαταραχής βασίζεται στη συμβουλευτική ψυχοθεραπεία, με αποτελεσματικότερες προσεγγίσεις τη Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία και τη Θεραπεία Ενίσχυσης Κινήτρων. Παρόλο που δεν υπάρχουν εγκεκριμένα φάρμακα από τον ΕΟΦ ειδικά για τον εθισμό στην κάνναβη, η φαρμακευτική αντιμετώπιση συνοδών παθήσεων ενισχύει τα θεραπευτικά αποτελέσματα. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και το οικογενειακό περιβάλλον, το οποίο — με ενσυναίσθηση, χωρίς διαπόμπευση και με έγκαιρη παραπομπή σε ειδικούς (ΚΕΘΕΑ, ΟΚΑΝΑ) — μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην επιτυχή απεξάρτηση και κοινωνική επανένταξη.

Διαβάστε περισσότερα για το θέμα

Κύλιση στην κορυφή