Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας

Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας (BPD)

ICD-10: F60.3 | ICD-11: 6D11.5

Η Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας (BPD) είναι μια σύνθετη ψυχική διαταραχή που ταξινομείται στο ICD-10 με κωδικό F60.3 και στο ICD-11 με κωδικό 6D11.5 ως «Οριακός Τύπος Διαταραχής Προσωπικότητας». Χαρακτηρίζεται από διαρκές μοτίβο έντονης συναισθηματικής αστάθειας, διαταραχή ταυτότητας, παρορμητικότητα και χαοτικές διαπροσωπικές σχέσεις. Εμφανίζεται συνήθως στα τέλη της εφηβείας ή στις αρχές της ενήλικης ζωής, διαγιγνώσκεται συχνότερα σε γυναίκες — αν και πιθανώς υποδιαγιγνώσκεται στους άνδρες — και εκτιμάται ότι πλήττει το 1,6–5,9% του γενικού πληθυσμού, ενώ ανεβαίνει έως και στο 20% σε ψυχιατρικά νοσηλευτικά πλαίσια.

Η συμπτωματολογία της BPD οργανώνεται γύρω από εννέα βασικά κλινικά χαρακτηριστικά κατά DSM-5, με κυρίαρχα τον έντονο φόβο εγκατάλειψης, τον μηχανισμό της «διχοτόμησης» (splitting) στις σχέσεις, την ασταθή αυτοεικόνα, τις ταχείες εναλλαγές διάθεσης, τον αυτοτραυματισμό και τα χρόνια αισθήματα κενού. Στο ICD-11 αναγνωρίζονται ρητά και τα διαχωριστικά συμπτώματα και οι παροδικές παρανοϊκές ιδέες ως χαρακτηριστικά του οριακού τύπου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 8–10% των ατόμων με BPD πεθαίνουν από αυτοκτονία, αναδεικνύοντας τη σοβαρότητα της διαταραχής και την ανάγκη έγκαιρης παρέμβασης.

Η αιτιολογία της BPD είναι πολυπαραγοντική. Σύμφωνα με τη «βιοκοινωνική θεωρία» της Marsha Linehan, η διαταραχή αναπτύσσεται από την αλληλεπίδραση βιολογικής ευαισθησίας στα συναισθήματα και «αχυρωτικού» οικογενειακού περιβάλλοντος. Νευροαπεικονιστικές μελέτες (fMRI) τεκμηριώνουν δυσλειτουργία στην αμυγδαλή και τον προμετωπιαίο φλοιό, ενώ ο κληρονομικός συντελεστής εκτιμάται στο 40–60%. Τραυματικές εμπειρίες παιδικής ηλικίας — κυρίως κακοποίηση και παραμέληση — αναφέρονται σε ποσοστό άνω του 70% των ατόμων με BPD, καθιστώντας το ψυχοκοινωνικό τραύμα έναν από τους πιο σημαντικούς περιβαλλοντικούς παράγοντες κινδύνου.

Η διάγνωση τίθεται από εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας βάσει δομημένης κλινικής αξιολόγησης, με τη χρήση εργαλείων όπως το SCID-II, το IPDE και το ZAN-BPD. Απαιτείται προσεκτική διαφορική διάγνωση από τη Διπολική Διαταραχή, τη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (PTSD) και την ADHD. Το ICD-11 εισάγει μια διαστατική προσέγγιση αξιολογώντας τη σοβαρότητα της διαταραχής (ήπια, μέτρια, σοβαρή) και χρησιμοποιώντας τον «Οριακό Τύπο» ως προαιρετικό κλινικό περιγραφέα, προσφέροντας μεγαλύτερη ευελιξία στην κλινική πράξη.

Η θεραπεία της BPD βασίζεται κυρίως στην ψυχοθεραπεία, με πρώτη εκλογή τη Διαλεκτική Συμπεριφορική Θεραπεία (DBT), η οποία στοχεύει στη συναισθηματική ρύθμιση, την ανοχή στη δυσφορία και τη βελτίωση διαπροσωπικών δεξιοτήτων. Συμπληρωματικές αποδεδειγμένες προσεγγίσεις αποτελούν η Θεραπεία Βασισμένη στη Μεταστοχαστικότητα (MBT) και η Θεραπεία Σχημάτων. Η φαρμακευτική αγωγή (SSRI, σταθεροποιητές διάθεσης, αντιψυχωσικά) χρησιμοποιείται συμπληρωματικά για τη διαχείριση ειδικών συμπτωμάτων. Μακροχρόνιες μελέτες καταδεικνύουν ότι σημαντικό ποσοστό ατόμων με BPD επιτυγχάνει ουσιαστική ύφεση συμπτωμάτων, ιδίως με συνεχή θεραπευτική δέσμευση και ισχυρό κοινωνικό δίκτυο υποστήριξης.

Διαβάστε περισσότερα

Κύλιση στην κορυφή