Η αποφευκτική (αγχώδης) διαταραχή προσωπικότητας (AvPD, ICD-10: F60.6) είναι μια σταθερή και διάχυτη ψυχική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ακραία κοινωνική αναστολή, χρόνια αισθήματα ανεπάρκειας και έντονη ευαισθησία στην αρνητική κριτική και απόρριψη. Κατατάσσεται στη «Συστάδα C» των διαταραχών προσωπικότητας κατά DSM-5 και εμφανίζεται με επιπολασμό περίπου 2–3% στον γενικό πληθυσμό, με υψηλότερα ποσοστά σε κλινικά δείγματα. Τα άτομα που πάσχουν από AvPD επιθυμούν βαθιά την κοινωνική σύνδεση, ωστόσο ο φόβος απόρριψης και ντροπής τα οδηγεί σε συστηματική αποφυγή διαπροσωπικών επαφών, δημιουργώντας ένα παράδοξο μεταξύ επιθυμίας και συμπεριφοράς.
Η διαταραχή αναπτύσσεται μέσα από την αλληλεπίδραση γενετικής προδιάθεσης και περιβαλλοντικών εμπειριών. Η συμπεριφορική αναστολή στην πρώιμη παιδική ηλικία, όπως την περιέγραψε ο Jerome Kagan, αποτελεί πρόδρομο κοινωνικής αποφυγής, ενώ τραυματικές εμπειρίες κακοποίησης, παραμέλησης ή κοινωνικής γελοιοποίησης ενισχύουν σημαντικά τον κίνδυνο εκδήλωσής της. Σε νευροβιολογικό επίπεδο, η υπερδραστηριότητα της αμυγδαλής και δυσλειτουργίες στα συστήματα σεροτονίνης και ντοπαμίνης συνδέονται με την υπερευαισθησία στην κοινωνική απειλή. Η θεωρία προσκόλλησης του Bowlby προσφέρει επίσης ένα ερμηνευτικό πλαίσιο, συνδέοντας τα ανασφαλή πρότυπα πρώιμης προσκόλλησης με την εδραίωση αποφευκτικών προτύπων συμπεριφοράς.
Η συμπτωματολογία περιλαμβάνει αποφυγή κοινωνικών και επαγγελματικών δραστηριοτήτων, υπερευαισθησία στην κριτική, αίσθημα κατωτερότητας, εξαιρετικά περιορισμένες σχέσεις και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Κλινικά, χαρακτηριστική είναι η «ευαισθησία στην απόρριψη» (rejection sensitivity) και η υπερεπαγρύπνηση για αρνητικά κοινωνικά σήματα. Η διάγνωση τίθεται βάσει δομημένης κλινικής αξιολόγησης (SCID-5-PD, IPDE) με κριτήρια DSM-5 ή ICD-10, και απαιτεί προσεκτική διαφορική διάγνωση από τη Διαταραχή Κοινωνικού Άγχους (SAD) — με την οποία η AvPD μοιράζεται σημαντική συμπτωματολογική επικάλυψη, αλλά διαφέρει ως προς τη βαθύτερη αίσθηση «ελαττωματικότητας» ταυτότητας.
Η θεραπεία πρώτης γραμμής είναι η ψυχοθεραπεία. Η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ) με σταδιακή έκθεση σε κοινωνικές καταστάσεις αποτελεί την πιο τεκμηριωμένη προσέγγιση, ενώ η Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (ACT) και η ψυχοδυναμική θεραπεία προσφέρουν συμπληρωματικά εργαλεία. Η ομαδική θεραπεία παρέχει ένα ασφαλές πλαίσιο κοινωνικής εξάσκησης. Φαρμακευτικά, οι SSRI και SNRI χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση συνυπάρχοντος άγχους και κατάθλιψης, πάντα ως συμπλήρωμα και όχι υποκατάστατο της ψυχοθεραπείας.
Αν και η πλήρης πρόληψη δεν είναι πάντα εφικτή, η έγκαιρη παρέμβαση — ιδίως στην παιδική και εφηβική ηλικία — μπορεί να περιορίσει σημαντικά την εξέλιξη της διαταραχής. Η υποστήριξη ασφαλούς προσκόλλησης, η γονεϊκή εκπαίδευση και τα σχολικά προγράμματα ενίσχυσης κοινωνικών δεξιοτήτων αποτελούν προληπτικούς παράγοντες. Για τα άτομα που ήδη πάσχουν, η θεραπευτική πρόγνωση είναι σχετικά ευνοϊκή: η επιθυμία για ουσιαστικές σχέσεις που διατηρούν λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο αλλαγής, και με κατάλληλη υποστήριξη η βελτίωση λειτουργικότητας και ποιότητας ζωής είναι εφικτή.




