Η Εξαρτημένη Διαταραχή Προσωπικότητας (DPD) είναι μια κλινικά αναγνωρισμένη κατάσταση ψυχικής υγείας που χαρακτηρίζεται από διάχυτη και υπερβολική ανάγκη φροντίδας, υποτακτική συμπεριφορά και έντονο φόβο αποχωρισμού. Ανήκει στο Cluster C του DSM-5 και εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες, με επιπολασμό κάτω του 1% στον γενικό πληθυσμό. Παρά τη σχετικά χαμηλή συχνότητά της, η DPD συχνά υποδιαγιγνώσκεται, καθώς τα άτομα αναζητούν βοήθεια κυρίως για τα συνοδά συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης και όχι για την ίδια τη διαταραχή.
Η αιτιολογία της DPD είναι πολυπαραγοντική και περιλαμβάνει γενετική προδιάθεση, νευροβιολογικές δυσλειτουργίες — όπως υπερδραστηριοποίηση του άξονα HPA — και πρώιμες τραυματικές εμπειρίες. Η θεωρία της προσκόλλησης του Bowlby παρέχει ένα ερμηνευτικό πλαίσιο, συνδέοντας τα ανασφαλή πρότυπα προσκόλλησης της παιδικής ηλικίας με την ανάπτυξη εξαρτητικών χαρακτηριστικών στην ενήλικη ζωή. Αυταρχικά ή υπερελεγκτικά γονεϊκά πρότυπα, κακοποιητικές σχέσεις και πολιτισμικά πλαίσια που αποθαρρύνουν την αυτονομία αποτελούν επίσης παράγοντες κινδύνου.
Τα κύρια συμπτώματα περιλαμβάνουν αδυναμία λήψης καθημερινών αποφάσεων χωρίς επιβεβαίωση, έντονο φόβο εγκατάλειψης, υπερευαισθησία στην κριτική, χαμηλή αυτοπεποίθηση και αποφυγή προσωπικής ευθύνης. Συχνά συνυπάρχουν αγχώδεις διαταραχές, κατάθλιψη και διαταραχή πανικού, γεγονός που επιπλέκει τη διαγνωστική εικόνα και απαιτεί ολιστική κλινική αξιολόγηση.
Η διάγνωση γίνεται από επαγγελματία ψυχικής υγείας βάσει των κριτηρίων του DSM-5, με απαίτηση πέντε τουλάχιστον από τα οκτώ διαγνωστικά κριτήρια. Κλινικά σημαντική είναι η διαφοροδιάγνωση από άλλες διαταραχές προσωπικότητας, όπως η οριακή και η αποφευκτική, με τις οποίες μοιράζεται επιφαινόμενα εξάρτησης και φόβου απόρριψης.
Η θεραπεία στηρίζεται κυρίως στην ψυχοθεραπεία, με την CBT να αποτελεί τη θεραπεία πρώτης γραμμής. Ψυχοδυναμικές και σχεσιακές προσεγγίσεις, καθώς και θεραπεία ομάδας, συμπληρώνουν το θεραπευτικό πλαίσιο. Φαρμακευτική αγωγή με SSRIs ενδείκνυται για τη διαχείριση συνοδών συμπτωμάτων, ενώ οι βενζοδιαζεπίνες αποφεύγονται λόγω αυξημένου κινδύνου εξάρτησης. Με τη σωστή υποστήριξη, η ανάπτυξη αυτάρκειας και η βελτίωση της ποιότητας ζωής είναι εφικτές.




