Η παρανοϊκή διαταραχή προσωπικότητας (PPD, ICD-10: F60.0) είναι μια χρόνια κατάσταση ψυχικής υγείας που χαρακτηρίζεται από διάχυτο και σταθερό μοτίβο δυσπιστίας και καχυποψίας απέναντι στους άλλους, χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση. Ανήκει στην ομάδα Α (Cluster A) των διαταραχών προσωπικότητας και εκδηλώνεται τυπικά στα τέλη της εφηβείας ή στις αρχές της ενήλικης ζωής. Παρατηρείται συχνότερα στους άνδρες και εκτιμάται ότι επηρεάζει το 0,5% έως 4,5% του γενικού πληθυσμού. Σημαντικό κλινικό χαρακτηριστικό είναι η απουσία παραληρητικών ιδεών ή ψευδαισθήσεων, στοιχείο που τη διακρίνει από τη σχιζοφρένεια και άλλες ψυχωτικές διαταραχές.
Τα άτομα με PPD βιώνουν διαρκή εγρήγορση και ερμηνεύουν αθώες συμπεριφορές ως απόδειξη εχθρικής πρόθεσης. Χαρακτηριστικά συμπτώματα περιλαμβάνουν επίμονη δυσπιστία, αδυναμία συγχώρεσης, υποψίες απιστίας, παρερμηνεία ουδέτερων σχολίων ως υποτιμητικών και ελεγκτική συμπεριφορά στις σχέσεις. Σε γνωστικό επίπεδο, η διαταραχή συνδέεται με συγκεκριμένες διαστρεβλώσεις όπως η «ανάγνωση σκέψεων» και η καταστροφολογία, ενώ σε νευροβιολογικό επίπεδο έχει τεκμηριωθεί υπερδραστηριότητα της αμυγδαλής κατά την επεξεργασία κοινωνικών απειλών. Αυτά τα χαρακτηριστικά συρρικνώνουν δραστικά την κοινωνική και επαγγελματική λειτουργικότητα του ατόμου.
Η αιτιολογία της PPD ακολουθεί ένα βιο-ψυχο-κοινωνικό μοντέλο. Η συναισθηματική, σωματική και εποπτική παραμέληση στην παιδική ηλικία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς δημιουργεί εσωτερικά μοντέλα «εχθρικού κόσμου» που μεταφέρονται στις ενήλικες σχέσεις — στοιχείο που ερμηνεύεται μέσα από την θεωρία της αντικειμενοτρόπου σχέσης. Αν και παλαιότερα υποστηριζόταν ισχυρή γενετική συσχέτιση με τη σχιζοφρένεια, νεότερες μελέτες έχουν αναθεωρήσει αυτή την άποψη. Πρόσθετοι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν το μεταναστευτικό στρες, τις διακρίσεις και άλλες τραυματικές εμπειρίες.
Η διάγνωση τίθεται κλινικά, βάσει των κριτηρίων του ICD-10 (F60.0), με τη βοήθεια δομημένων εργαλείων όπως η SCID-II και η IPDE, και απαιτεί παρουσία τουλάχιστον τεσσάρων από τα επτά διαγνωστικά κριτήρια. Η θεραπεία είναι πολύπλοκη, κυρίως λόγω της έλλειψης ενόρασης των ασθενών. Η Γνωστική-Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) και η Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (ACT) αποτελούν τις κύριες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, ενώ η φαρμακευτική αγωγή — με SSRI ή χαμηλές δόσεις αντιψυχωσικών — έχει βοηθητικό ρόλο κυρίως στη διαχείριση συννοσηρών συμπτωμάτων.
Η πρόγνωση της PPD είναι μέτρια και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δέσμευση του ατόμου στη θεραπεία. Χωρίς παρέμβαση, η διαταραχή τείνει να επιδεινώνεται σε περιόδους στρες, ενώ ένα ποσοστό ασθενών έως 30% ενδέχεται να εκδηλώσει ψυχωτικά επεισόδια. Συχνή είναι η συννοσηρότητα με κατάθλιψη και διαταραχές άγχους. Ευνοϊκοί προγνωστικοί παράγοντες αποτελούν η έγκαιρη θεραπευτική παρέμβαση, η ύπαρξη υποστηρικτικού κοινωνικού δικτύου και το υψηλό κίνητρο για αλλαγή. Η κατανόηση της διαταραχής από το οικείο περιβάλλον παραμένει εξίσου κρίσιμη για την υποστήριξη του ατόμου στη μακρά θεραπευτική διαδρομή.