ICD-10: F60.1 | ICD-11: 6D10.0
Η σχιζοειδής διαταραχή προσωπικότητας (ScPD) είναι μια χρόνια κατάσταση ψυχικής υγείας που κατατάσσεται στην Ομάδα Α (Cluster A) των διαταραχών προσωπικότητας. Κατά το ICD-10 κωδικοποιείται ως F60.1, ενώ στο ICD-11 αντιστοιχεί στον κωδικό 6D10.0, με εξέχουσα διάσταση την «αποστασιοποίηση» (detachment). Χαρακτηρίζεται από σταθερό, μακροχρόνιο πρότυπο κοινωνικής απόσυρσης, συναισθηματικής επιπέδωσης και έντονης προτίμησης μοναχικότητας, το οποίο αποτελεί για το άτομο ego-syntonic εμπειρία — δηλαδή δεν γίνεται αντιληπτό ως πρόβλημα. Εμφανίζεται συχνότερα στους άνδρες (αναλογία 2:1) και ο επιπολασμός στον γενικό πληθυσμό κυμαίνεται μεταξύ 0,4% και 3,1%, ανάλογα με τα διαγνωστικά κριτήρια που εφαρμόζονται.
Τα κύρια κλινικά χαρακτηριστικά της ScPD περιλαμβάνουν έλλειψη ενδιαφέροντος για κοινωνικές σχέσεις και στενούς διαπροσωπικούς δεσμούς, συναισθηματική αποστασιοποίηση, ανηδονία, αδιαφορία για τον έπαινο ή την κριτική και περιορισμένη ικανότητα ενσυναίσθησης. Κατά το ICD-10, η διάγνωση απαιτεί τουλάχιστον τέσσερα από τα ειδικά κριτήρια, τα οποία πρέπει να εκδηλώνονται σταθερά σε πολλαπλά πλαίσια. Το ICD-11 εισάγει επιπλέον αξιολόγηση σοβαρότητας σε τρία επίπεδα (ήπια, μέτρια, σοβαρή), προσφέροντας πλουσιότερη κλινική εικόνα μέσω του διαστασιακού μοντέλου αξιολόγησης. Πολλά άτομα με ScPD δεν αναζητούν θεραπεία αυτοβούλως και ενδέχεται να λάβουν εσφαλμένη διάγνωση κατάθλιψης, διαταραχής αυτιστικού φάσματος ή αποφευκτικής διαταραχής προσωπικότητας.
Η αιτιολογία της ScPD είναι πολυπαραγοντική. Γενετικές μελέτες υποδεικνύουν οικογενειακή συσσώρευση και αυξημένη επικράτηση σε συγγενείς πρώτου βαθμού ατόμων με σχιζοφρένεια ή σχιζοτυπική διαταραχή, τοποθετώντας τη ScPD στο ευρύτερο σχιζοφρενικό φάσμα. Ψυχοκοινωνικοί παράγοντες, όπως η συναισθηματική ψυχρότητα φροντιστών ή η ανεπαρκής κοινωνική διέγερση κατά την πρώιμη παιδική ηλικία, ενδέχεται να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της διαταραχής — μια άποψη που υποστηρίζεται και από ψυχαναλυτικές θεωρίες δεσμού (Fairbairn, Winnicott). Νευροβιολογικά δεδομένα από μελέτες νευροαπεικόνισης αναδεικνύουν μειωμένη ενεργοποίηση του κοιλιακού ραβδωτού σώματος (ventral striatum) κατά την κοινωνική αλληλεπίδραση, υποδηλώνοντας βιολογική βάση της κοινωνικής αδιαφορίας και της ανηδονίας.
Η διάγνωση τίθεται συνήθως μετά την ηλικία των 18 ετών και βασίζεται σε δομημένη κλινική αξιολόγηση με εργαλεία όπως το SCID-5-PD, το IPDE (με έκδοση ICD-10) και το PID-5. Κεντρικής σημασίας είναι η διαφορική διάγνωση: από τη σχιζοφρένεια (ICD-10: F20), με την οποία η ScPD μοιράζεται φαινοτυπικά χαρακτηριστικά αλλά όχι ψυχωτικά συμπτώματα· και από τη διαταραχή κοινωνικού άγχους (ICD-10: F40.1), όπου η κοινωνική αποφυγή υπαγορεύεται από φόβο και όχι από αδιαφορία — μια διάκριση με σημαντικές θεραπευτικές συνέπειες.
Η θεραπεία της ScPD βασίζεται κυρίως στην ψυχοθεραπεία. Εφαρμόζονται προσεγγίσεις όπως η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) με εκπαίδευση κοινωνικών δεξιοτήτων, η Θεραπεία Βασισμένη στη Νοητικοποίηση (MBT), η Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (ACT) και ψυχοδυναμικές προσεγγίσεις. Η φαρμακοθεραπεία δεν αποτελεί πρωτεύουσα επιλογή, αλλά μπορεί να εφαρμοστεί για τη διαχείριση συνυπαρχουσών καταστάσεων. Ο θεραπευτικός στόχος δεν είναι η υποχρεωτική «κοινωνικοποίηση», αλλά η βελτίωση της ποιότητας ζωής και η μείωση της υποκειμενικής δυσφορίας. Η πρόληψη παραμένει περιορισμένη λόγω γενετικής συνιστώσας, ωστόσο η ενίσχυση ασφαλών δεσμών προσκόλλησης κατά την πρώιμη παιδική ηλικία θεωρείται σημαντικός παράγοντας προστασίας.




