Η νόσος Alzheimer (ICD-10: G30 / ICD-11: 8A20) είναι η συχνότερη αιτία άνοιας παγκοσμίως, αντιπροσωπεύοντας το 60–70% όλων των περιπτώσεων. Πρόκειται για προοδευτική νευροεκφυλιστική νόσο που πλήττει τη μνήμη, τη σκέψη, τη γλώσσα και την ικανότητα εκτέλεσης καθημερινών δραστηριοτήτων, οδηγώντας σταδιακά σε πλήρη εξάρτηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Alzheimer’s Disease International (2024), πάνω από 55 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σήμερα με άνοια παγκοσμίως — αριθμός που αναμένεται να ξεπεράσει τα 139 εκατομμύρια έως το 2050. Η παθοφυσιολογία χαρακτηρίζεται από εναπόθεση αμυλοειδών πλακών και νευροινιδιακών δεσμίδων tau, με τις βιολογικές αλλαγές να ξεκινούν 15–20 χρόνια πριν από την εμφάνιση των πρώτων κλινικών συμπτωμάτων.
Η κλινική εικόνα εξελίσσεται σταδιακά μέσα από πέντε στάδια: από το ασυμπτωματικό προκλινικό στάδιο και την ήπια γνωστική εξασθένηση (MCI), έως το πρώιμο, μέτριο και σοβαρό στάδιο. Τα πρώτα συμπτώματα αφορούν κυρίως τη βραχυπρόθεσμη μνήμη (επεισοδιακή αμνησία), ενώ με την εξέλιξη εμφανίζονται σύγχυση χώρου και χρόνου, γλωσσικές διαταραχές, αδυναμία αυτοφροντίδας, ψυχολογικά και συμπεριφορικά συμπτώματα (BPSD) — όπως άγχος, κατάθλιψη, ταραχή και παραληρηματικές ιδέες — καθώς και κινητική έκπτωση στο τελικό στάδιο. Η εξέλιξη διαφέρει ανά άτομο και μπορεί να διαρκέσει από 3 έως 20 χρόνια από τη διάγνωση.
Η διάγνωση τίθεται από νευρολόγο ή ψυχίατρο μέσω κλινικής αξιολόγησης, νευροψυχολογικών κλιμάκων (MMSE, MoCA, CDR), απεικονιστικών εξετάσεων (MRI, CT εγκεφάλου) και εξειδικευμένων βιοδεικτών. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες NIA-AA 2024, η βιολογική επιβεβαίωση γίνεται μέσω amyloid-PET, tau-PET ή ανάλυσης εγκεφαλονωτιαίου υγρού (Aβ42, p-tau). Νέοι βιοδείκτες αίματος (plasma p-tau217) αναμένεται να εισαχθούν στη ρουτίνα κλινική πρακτική έως το 2025–2026. Θεραπευτικά, πέραν των κλασικών συμπτωματικών φαρμάκων (αναστολείς χολινεστεράσης, μεμαντίνη), η FDA ενέκρινε τα πρώτα φάρμακα τροποποίησης νόσου: lecanemab (2023) και donanemab (2024), τα οποία επιβραδύνουν την κλινική έκπτωση κατά 22–35% σε πρώιμα στάδια.
Η πρόληψη αποτελεί σήμερα τον ισχυρότερο θεραπευτικό στόχο. Σύμφωνα με την έκθεση Lancet Commission 2024, έως και 45% των περιπτώσεων άνοιας θα μπορούσε να προληφθεί ή να καθυστερήσει μέσω τροποποίησης 14 παραγόντων κινδύνου, όπως η αρτηριακή υπέρταση, ο διαβήτης, η παχυσαρκία, το κάπνισμα, η κοινωνική απομόνωση και η απώλεια ακοής. Η τακτική σωματική άσκηση, η μεσογειακή διατροφή ή διατροφή MIND, η πνευματική και κοινωνική δραστηριότητα και ο ποιοτικός ύπνος — ο οποίος ενισχύει την αποβολή αμυλοειδούς μέσω του γλυμφικού συστήματος — αποτελούν αποδεδειγμένα προστατευτικά μέτρα. Για τους ασθενείς και τις οικογένειές τους, η έγκαιρη διάγνωση, η ολιστική φροντίδα και η ψυχοκοινωνική υποστήριξη παραμένουν βασικοί πυλώνες ποιότητας ζωής.