Ο θάνατος είναι αναπόφευκτο μέρος της ζωής και τα παιδιά έρχονται σε επαφή μαζί του πολύ νωρίτερα από ό,τι νομίζουμε — μέσα από τη φύση, τα ΜΜΕ και το παιχνίδι. Οι γονείς οφείλουν να το αποδεχτούν οι ίδιοι πρώτα, ώστε να μπορέσουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να το κατανοήσουν με ασφάλεια και ειλικρίνεια.
Η αποφυγή της συζήτησης δεν προστατεύει τα παιδιά — αντιθέτως, τα οδηγεί στο να δημιουργούν λανθασμένα σενάρια και να αισθάνονται ότι δεν μπορούν να εκφραστούν. Τα παιδιά «διαβάζουν» τη διάθεσή μας μέσα από χειρονομίες, εκφράσεις και τόνο φωνής, ακόμα κι όταν εμείς σιωπούμε. Η ανοιχτή επικοινωνία ενισχύει την εμπιστοσύνη και τη συναισθηματική ασφάλεια.
Η κατανόηση του θανάτου εξελίσσεται σταδιακά ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο κάθε παιδιού. Τα μικρά παιδιά τον βλέπουν ως αναστρέψιμο, τα παιδιά σχολικής ηλικίας αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την οριστικότητά του, ενώ οι έφηβοι τον βιώνουν ως υπαρξιακό ερώτημα. Σε κάθε περίπτωση, οι εξηγήσεις πρέπει να προσαρμόζονται στην ηλικία και την ωριμότητα του παιδιού.
Η ειλικρίνεια είναι το πιο σημαντικό εργαλείο του γονέα. Απλές, συγκεκριμένες και βιολογικά κατανοητές εξηγήσεις βοηθούν περισσότερο από ανακριβείς εκφράσεις ή καλοπροαίρετα ψέματα. Ένα ειλικρινές «δεν ξέρω» χτίζει εμπιστοσύνη, ενώ μια επινοημένη απάντηση μπορεί να την κλονίσει μόλις το παιδί ανακαλύψει την αλήθεια.
Η συζήτηση για τον θάνατο δεν χρειάζεται να γίνεται σε κρίση. Οι καθημερινές στιγμές — ένα νεκρό έντομο, ένα μαραμένο λουλούδι, μια είδηση — είναι οι καλύτερες αφορμές. Όταν τα παιδιά αισθάνονται ότι ακούγονται και ότι η περιέργειά τους γίνεται αποδεκτή, αναπτύσσουν συναισθηματική ανθεκτικότητα που τα συνοδεύει για όλη τους τη ζωή.




