Δραματική Διαταραχή Προσωπικότητας

Ιστριονική (Δραματική) Διαταραχή Προσωπικότητας

Η ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας (HPD) είναι μια χρόνια κατάσταση ψυχικής υγείας που χαρακτηρίζεται από επίμονο μοτίβο υπερβολικής συναισθηματικότητας, αυτοδραματοποίησης και συστηματικής αναζήτησης προσοχής. Ταξινομείται στον ICD-10 υπό τον κωδικό F60.4, ενώ στον ICD-11 εντάσσεται στον διαστατικό άξονα των διαταραχών προσωπικότητας (6D10) με επικρατούντα χαρακτηριστικά αρνητικής συναισθηματικότητας και ανασφαλούς αυτοεικόνας. Στο DSM-5 κατατάσσεται μεταξύ των διαταραχών Cluster B, μαζί με τη ναρκισσιστική, οριακή και αντικοινωνική διαταραχή. Η αυτοεκτίμηση των ατόμων με HPD εξαρτάται αποκλειστικά από την εξωτερική αποδοχή και επιβεβαίωση, χωρίς να απορρέει από σταθερή εσωτερική αίσθηση αξίας.

Η διαταραχή εκδηλώνεται συνήθως στα τέλη της εφηβείας ή στις αρχές της τρίτης δεκαετίας και εκτιμάται ότι απαντάται στο 1,0–1,8% του γενικού πληθυσμού, με σημαντικά υψηλότερα ποσοστά σε κλινικά περιβάλλοντα ψυχικής υγείας. Οι γυναίκες διαγιγνώσκονται συχνότερα, ωστόσο η διαταραχή πιθανώς υποδιαγιγνώσκεται στους άνδρες. Η συννοσηρότητα με άλλες διαταραχές Cluster B, με καταθλιπτικές διαταραχές, διαταραχές άγχους και κατάχρηση ουσιών είναι συχνή και επιπλέκει τόσο τη διαγνωστική εικόνα όσο και τον θεραπευτικό σχεδιασμό.

Τα κύρια κλινικά χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν υπερβολική και επιφανειακή συναισθηματικότητα, ταχείες εναλλαγές διάθεσης, έντονη αναζήτηση προσοχής, ακατάλληλη σεξουαλική προκλητικότητα, υποβλητικότητα και αδυναμία διατήρησης σταθερών διαπροσωπικών σχέσεων. Τα αίτια είναι πολυπαραγοντικά και εμπλέκουν γενετική προδιάθεση, νευροβιολογικές διαφορές — ιδιαίτερα στη λειτουργία αμυγδαλής και προμετωπιαίου φλοιού, καθώς και δυσλειτουργίες στο σεροτονινεργικό και ντοπαμινεργικό σύστημα — τραυματικές εμπειρίες παιδικής ηλικίας και πρότυπα κοινωνικής μάθησης μέσω μίμησης δυσλειτουργικών συμπεριφορών.

Η διάγνωση τίθεται μετά τα 18 έτη και απαιτεί την πλήρωση τουλάχιστον τεσσάρων κριτηρίων ICD-10 F60.4, μετά από ενδελεχή κλινική αξιολόγηση που περιλαμβάνει δομημένη συνέντευξη με εργαλεία όπως η SCID-5-PD ή η IPDE. Στον ICD-11, η αξιολόγηση γίνεται με βάση τη βαρύτητα της διαταραχής και τα επικρατούντα παθολογικά χαρακτηριστικά. Η έλλειψη αυτοεπίγνωσης είναι ο κεντρικός παράγοντας που καθυστερεί τη διάγνωση, καθώς τα άτομα με HPD συχνά αναζητούν βοήθεια για δευτερογενή συμπτώματα — κατάθλιψη ή άγχος — και όχι για την ίδια τη διαταραχή.

Η θεραπεία βασίζεται πρωτίστως στην ψυχοθεραπεία, με κυριότερες προσεγγίσεις τη Γνωστική-Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT), τη Διαλεκτική Συμπεριφορική Θεραπεία (DBT), τη Θεραπεία Βασισμένη στο Σχήμα (Schema Therapy) και την ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία. Η φαρμακευτική αγωγή — κυρίως SSRI και σταθεροποιητές διάθεσης — χρησιμοποιείται σε επικουρικό ρόλο για τη διαχείριση συγκεκριμένων δευτερογενών συμπτωμάτων. Αν και η HPD δεν μπορεί να προληφθεί πλήρως, η έγκαιρη ψυχοθεραπευτική υποστήριξη σε άτομα υψηλού κινδύνου — ιδίως όσων έχουν ιστορικό παιδικού τραύματος — μπορεί να μειώσει σημαντικά τη βαρύτητα της εκδήλωσής της. Με συνεπή θεραπευτική παρέμβαση, η βελτίωση της αυτογνωσίας, των διαπροσωπικών σχέσεων και της ποιότητας ζωής είναι εφικτή.

Διαβάστε περισσότερα εδώ

Κύλιση στην κορυφή