Ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας

Ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας

Η Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας (NPD) αποτελεί σοβαρή κατάσταση ψυχικής υγείας που κωδικοποιείται στο ICD-10 ως F60.8 και στο ICD-11 ως 6D11.2. Χαρακτηρίζεται από ένα επίμονο μοτίβο υπερβολικής αίσθησης αυτοαξίας, διάχυτης έλλειψης ενσυναίσθησης και έντονης ανάγκης για εξωτερική επιβεβαίωση και θαυμασμό. Η διαταραχή εντάσσεται στο Cluster B των διαταραχών προσωπικότητας, μαζί με την Οριακή, την Αντικοινωνική και την Ιστριονική Διαταραχή, και εκτιμάται ότι αφορά έως και το 5% του γενικού πληθυσμού, με συχνότερη εμφάνιση σε άνδρες. Τα πρώτα κλινικά σημάδια εμφανίζονται συνήθως στα τέλη της εφηβείας ή στις αρχές της ενήλικης ζωής.

 

Η κλινική εικόνα της NPD δεν εξαντλείται στον «κλασικό» μεγαλομανή τύπο (overt/grandiose narcissism). Η σύγχρονη έρευνα αναγνωρίζει και τον τρωτό ή υπολανθάνοντα υπότυπο (covert/vulnerable narcissism), όπου το άτομο εκδηλώνει εσωτερική αίσθηση ανωτερότητας, υπερευαισθησία στην κριτική και κοινωνική αναστολή. Και στους δύο υπότυπους παρατηρείται αδυναμία διατήρησης υγιών διαπροσωπικών σχέσεων, τάση χειραγώγησης και εκμετάλλευσης των άλλων, καθώς και φαντασιώσεις δύναμης, επιτυχίας ή αδιαμφισβήτητης λαμπρότητας. Νευροψυχολογικές μελέτες με fMRI αναδεικνύουν μειωμένη ενεργοποίηση στην πρόσθια νησίδα και τον μέσο μετωπιαίο φλοιό — περιοχές κρίσιμες για την ενσυναίσθηση και τη συναισθηματική ρύθμιση.

 

Η αιτιολογία της NPD είναι πολυπαραγοντική. Μελέτες σε δίδυμα υποδηλώνουν εκτιμώμενη κληρονομικότητα περίπου 50–60%, ενώ νευροβιολογικοί παράγοντες — όπως ανισορροπίες στις ντοπαμινεργικές και σεροτονινεργικές οδούς — ενοχοποιούνται επίσης. Παράλληλα, εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, όπως η υπερβολική εξιδανίκευση ή, αντίθετα, η συναισθηματική παραμέληση και κακοποίηση, μπορούν να οδηγήσουν στη διαμόρφωση παθολογικής ναρκισσιστικής ρύθμισης. Σύμφωνα με τις θεωρίες των Kernberg και Kohut, η NPD αναπτύσσεται ως αποτέλεσμα πρώιμων διαταραχών στην ανάπτυξη του εαυτού, ενώ πολιτισμικοί και κοινωνικοί παράγοντες που αναδεικνύουν την ατομική επίτευξη και την εικόνα μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω τη διαταραχή.

 

Η διάγνωση τίθεται από ειδικό ψυχικής υγείας βάσει των κριτηρίων του DSM-5 — που απαιτούν την παρουσία τουλάχιστον πέντε από εννέα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά — ή της διαστατικής προσέγγισης του ICD-11, η οποία αξιολογεί τη σοβαρότητα σε κλίμακα και καταγράφει τα ναρκισσιστικά γνωρίσματα ως ειδικούς ποιοτικούς προσδιοριστές. Για τη δομημένη κλινική αξιολόγηση χρησιμοποιούνται εργαλεία όπως η SCID-5-PD και η IPDE. Η διαφορική διάγνωση από την Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας και την Υπομανία είναι απαραίτητη, καθώς κλινικά χαρακτηριστικά μπορεί να επικαλύπτονται.

 

Η ψυχοθεραπεία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της θεραπευτικής αντιμετώπισης, με αποτελεσματικότερες προσεγγίσεις την Θεραπεία Σχημάτων (Schema Therapy) και την Ψυχοθεραπεία Εστιασμένη στη Μεταβίβαση (TFP) κατά Kernberg. Φαρμακευτική αγωγή — αντικαταθλιπτικά (SSRI), σταθεροποιητές διάθεσης ή αντιψυχωσικά χαμηλής δόσης — μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διαχείριση συνοδών συμπτωμάτων. Χωρίς θεραπεία, η NPD συνδέεται με χρόνια διαταραχή λειτουργικότητας, αυξημένο κίνδυνο κατάχρησης ουσιών, βαριά κατάθλιψη και αυτοκτονικό ιδεασμό. Η έγκαιρη διάγνωση, η ανάπτυξη ασφαλούς δεσμού στην παιδική ηλικία και η άμεση αναζήτηση ψυχιατρικής βοήθειας αποτελούν τους πιο ουσιαστικούς προστατευτικούς παράγοντες.

Διαβάστε περισσότερα

Κύλιση στην κορυφή