Η πλήξη είναι ένα φαινόμενο που απασχολεί τον άνθρωπο από την αρχαιότητα. Οι αρχαίοι Έλληνες τη συνέδεαν με νωθρότητα και ψυχική ατονία, η χριστιανική παράδοση την ταύτισε με την acedia, ενώ κατά την Αναγέννηση θεωρήθηκε έκφραση βαθύτερης υπαρξιακής κρίσης.
Ο Γερμανός ψυχολόγος Theodor Lipps όρισε το 1903 την πλήξη ως δυσάρεστο συναίσθημα που προκύπτει από τη σύγκρουση μεταξύ της ανάγκης για ψυχική δραστηριότητα και της έλλειψης κατάλληλης διέγερσης. Έναν αιώνα αργότερα, ο John Eastwood συμπλήρωσε ότι η πλήξη συνδέεται άμεσα με αδυναμία συγκέντρωσης και ουσιαστικής εμπλοκής με αυτό που κάνουμε.
Όσοι βιώνουν συστηματικά πλήξη ανήκουν σε δύο κατηγορίες: αυτοί που αναζητούν διαρκώς νέα ερεθίσματα χωρίς να ικανοποιούνται, και εκείνοι που, από φόβο για το άγνωστο, παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μονότονες και προβλέψιμες συνθήκες.
Παρά την κοινή αντίληψη ότι η πλήξη είναι ασήμαντη, η σύγχρονη ψυχολογία την αναγνωρίζει ως ουσιαστικό ψυχολογικό σήμα: μια ένδειξη ότι κάποια βαθύτερη ανάγκη για νόημα και ουσιαστική εμπλοκή παραμένει ανεκπλήρωτη.




